«Μένουμε στις φυλακές»: ένα ακόμα κίνημα «φροντίδας» που έχει περάσει, δυστυχώς, κάπως απαρατήρητο

Ένα χρόνο πριν, τον Μάρτη του 2020, όταν ξεκινούσε η φάση με τον «φονικό ιό», στις φυλακές της Ιταλίας, της χώρας που λάνσαρε πρώτη, επί ευρωπαϊκού εδάφους, το μοντέλο «κάνουμε μια ωραία χούντα στο όνομα του πολέμου ενάντια σε έναν ιό», οι κρατούμενοι εξεγέρθηκαν. Ο λόγος ήταν ότι το ιταλικό κράτος αποφάσισε να ασχοληθεί με την προστασία της υγείας των έγκλειστων στις φυλακές απαγορεύοντας, μεταξύ άλλων, τα επισκεπτήρια. Όταν, μετά από ένα διήμερο ταραχών, αποκαταστάθηκε η τάξη, ο απολογισμός ήταν 12 φυλακισμένοι νεκροί. Αυτό πέρασε τότε βιαστικά από τις οθόνες μας πλάι στην εικόνα με τα στρατιωτικά καμιόνια που κουβαλούσαν φέρετρα νεκρών ηλικιωμένων στο Μπέργκαμο. Το μήνυμα, όμως, που κατά βάθος εκπεμπόταν, και από τις δυο αυτές ειδήσεις, ήταν πολύ σαφές: τα καλά μας κράτη θα μας σώσουν με ισχυρές δόσεις καταστολής, με την αστυνομία και τον στρατό τους, και, άμα χρειαστεί, θα σκοτώσουν, χωρίς να δώσουν καν λογαριασμό για το τι και το πώς, και μερικούς απ’ όσους αρνούνται να δεχτούν αδιαμαρτύρητα τις κρατικές φροντίδες.

Το ελληνικό κράτος, όπως ξέρουμε πολύ καλά πια, ακολούθησε, και μάλιστα με ιδιαίτερο ζήλο, το ιταλικό παράδειγμα. Στις εγχώριες φυλακές, ακόμα και σήμερα τα επισκεπτήρια απαγορεύονται, όπως και η αλληλογραφία και η παραλαβή δεμάτων, προφανώς γιατί το «ιικό φορτίο», όπως μας έλεγαν νυχθημερόν πέρυσι τον Μάρτη,  κάθεται πάνω στα τρόφιμα ή τα ρούχα που στέλνουν οι συγγενείς των κρατουμένων για ώρες, άσε που δεν ξέρει κανείς πόσα λοιμώδη χέρια έχουν πιάσει τις συσκευασίες. Έχουν, επίσης, ανασταλεί οι τακτικές άδειες στους κρατούμενους. Το «μένουμε σπίτι», στις ελληνικές φυλακές, μεταφράστηκε στη μετατροπή των φυλακών σε χώρους ακραίας απομόνωσης από τον εξωτερικό κόσμο, όπου για να θυμηθείς ότι είσαι ανθρώπινο ον και να κάνεις πράγματα που μέχρι πέρυσι έμοιαζαν αυτονόητα πρέπει, τελικά, να καταφύγεις, καταβάλλοντας το απαραίτητο, κάθε φορά, αντίτιμο, στα στραβά μάτια των δεσμοφυλάκων και του συμπλέγματος κράτους και μαφίας που ελέγχει τους δεσμοφύλακες.

Αντίστοιχη είναι η κατάσταση και στις νέες φυλακές που τα τελευταία χρόνια έχει στήσει το ελληνικό κράτος και τις ονομάζει «Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης» για τις εργάτριες χωρίς χαρτιά. Και σε αυτήν την περίπτωση, από το καλοκαίρι που πέρασε, επιβλήθηκε γενική απαγόρευση εξόδου. Οι έγκλειστοι σε αυτά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αν θελήσουν να προμηθευτούν τρόφιμα ή ρούχα από ένα κοντινό αστικό κέντρο, πρέπει να ορίσουν έναν «εκπρόσωπο» στον οποίο μπορεί να επιτραπεί η έξοδος, από τις 7 το πρωί ως τις 7 το απόγευμα. Η καθημερινή ζωή τους, όμως, πια ορίζεται πλήρως από την περίφραξη με τα συρματοπλέγματα. Σύμφωνα με διάφορες φήμες που κυκλοφορούν, υπάρχει και η δυνατότητα, για την οποία κανονίζουν οι μπάτσοι και οι κοινωνικοί λειτουργοί του στρατοπέδου, να επισκέπτεται κανείς ένα παρακείμενο χωράφι για να δουλεύει στη ζούλα μαύρα για ένα καλόκαρδο ντόπιο αφεντικό. Γιατί κάθε περίφραξη έχει τις τρύπες της, αρκεί να τις ελέγχει όποιος ελέγχει και την κεντρική είσοδο, δηλαδή το κράτος και οι φίλοι του.

Όπως συμβαίνει και στις φυλακές για όσους καταδικάστηκαν για ποινικά αδικήματα, έτσι και στις φυλακές για τους εργάτες χωρίς χαρτιά, ο «πόλεμος ενάντια στον ιό» έγινε πολεμική διαχείριση των έγκλειστων. Το κράτος δεν αδιαφόρησε καθόλου για τις φυλακές του. Επέδειξε όλα τα αποθέματα «φροντίδας» που διαθέτει, κάνοντάς τις ακόμα χειρότερες.