Πότε απαγορεύτηκε να αμφισβητούμε τους ειδικούς;

Είναι μήνες τώρα που τρώμε στη μάπα το εξής: όταν ρωτάμε γιατί στην προσταγή “βουλώστε το και μείνετε σπίτι”, η απάντηση είναι “γιατί το λένε οι γιατροί”. Ξαφνικά μείναμε όλοι άνεργοι, καθόμαστε στην ουρά για να ψωνίσουμε, περιμένουμε μήπως μας ξαναπροσλάβουν με τα μισά λεφτά – και πρέπει να το βουλώσουμε κι από πάνω, να καθόμαστε σπίτι μας “γιατί το λένε οι γιατροί”. Από πότε οι γιατροί είναι κάποιοι που πρέπει να ακούμε γιατί θέλουν το καλό μας, από πότε πάψαμε να τους αμφισβητούμε; Δεν είναι πολύς καιρός από τότε που, όταν θέλαμε να πάμε στο νοσοκομείο, ρωτάγαμε τους φίλους μας “ξέρεις κάναν γιατρό;” γιατί φοβόμασταν να πάμε στον πρώτο χασάπη που θα βρούμε. Ξαφνικά όμως η φιγούρα του γιατρού φόρεσε το φωτοστέφανο του άγιου και αλάθητου “καλού επιστήμονα” και βάλθηκε να μας πει ότι για το καλό μας πρέπει να καθόμαστε όλοι μέσα και να το βουλώνουμε. Οι γιατροί απαγορεύτηκε να επιδέχονται αμφισβήτησης ή κριτικής. Μας έριξαν στη μούρη διαγράμματα, καμιόνια με φέρετρα, καμπύλες και μάσκες λέγοντας ότι δεν πειράζει αν φαίνονται ακατανόητα, γιατί “το λένε οι ειδικοί”. Αρκεί να καταλαβαίναμε τι έπρεπε να κάνουμε, που ήταν να μείνουμε μόνοι μας και να κάτσουμε σπίτι. Ο γιατρός ξεφύτρωσε παρέα με τον μπάτσο να μας πει πώς να καταναλώνουμε, πώς να χαιρετιόμαστε, πώς να μπαίνουμε στο λεωφορείο, πώς να δουλεύουμε.


Πριν λίγους μήνες έγινε κάτι παράξενο: αυτό που στην κοινή μας εμπειρία ήταν κάτι ριζωμένο, ότι δηλαδή πολύ συχνά οι γιατροί λένε παλαβομάρες και δε θέλουν το καλό μας, ξαφνικά το ξεχάσαμε. Ξεχάσαμε τη συσσωρευμένη εμπειρία από επισκέψεις σε γιατρούς, νοσοκομεία, από τις ουρές στο ΙΚΑ και στα εφημερεύοντα. Η κυβέρνηση, η αντιπολίτευση, οι γιατροί και η αστυνομία εμφανίστηκαν σύσσωμοι και φώναξαν “ακούστε τους ειδικούς!” Και δυστυχώς, κάπου ανάμεσα σε όλο τον τρόμο που ξερνάγανε από την τηλεόραση και τα κοινωνικά δίκτυα, ξεχάσαμε επίσης ότι οι γιατροί αυτοί, όπως και οι μπάτσοι, έχουν ένα αφεντικό – το κράτος. Και το κράτος έχει μία αλήθεια που απαιτεί να μην αμφισβητούμε. Η αλήθεια αυτή είναι το σκάσε και δούλευε. Να δουλεύουμε όταν θέλουνε, όσο θέλουνε, με όσα λεφτά θέλουνε. Ας το έχουμε υπόψη την επόμενη φορά που θα δούμε γιατρούς με φωτοστέφανο στην τηλεόραση. Γιατί από Σεπτέμβρη, όταν θα έχει αφήσει και ο τελευταίος τουρίστας τα λεφτά του, η έκτακτη ανάγκη θα μας περιμένει με ανοιχτές αγκάλες. Αν θα έχει τη μορφή του ιού ή κάποιου άλλου “θανάσιμου κινδύνου” έχει λίγη σημασία. Σημασία έχει ότι δεν τελειώσαμε – και την επόμενη φορά θα πρέπει να τους δείξουμε ότι δεν παίζουν σε άδειο γήπεδο.

Διαβάστε ολόκληρο το τεύχος εδώ